ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Η Αθηνά Μοσχολιού κρατά σφιχτά το χέρι της ανιψιάς της όλη την ώρα που μιλάει για την αξέχαστη Βίκυ. Η ίδια δεν θέλε να πει πολλά. Μοιράζεται όμως μαζί μας την πιο γλυκιά ανάμνηση που έχει με την αδελφή της από το μοναστήρι της οικογένειας.

«Τα πιο έντονα και γλυκά συναισθήματα τα έχω από το τελευταίο εκείνο Πάσχα που έμεινε εδώ κοντά μας. Ηταν από τις πιο έντονες στιγμές, χωρίς βέβαια να μπορώ να λησμονήσω καθετί που έζησα κοντά της γενικότερα» λέει στην «Espresso» και συνεχίζει: «Ολη η οικογένειά μας ήταν πολύ δεμένη. Το τελευταίο, λοιπόν, εκείνο Πάσχα το περάσαμε όλοι μαζί εδώ στο σπίτι και στο μικρό μοναστηράκι της μητέρας μου. Η Βίκυ δεν πίστευε τότε ότι θα πεθάνει. Ισως και να ήθελε να δείχνει αυτό προς τα έξω. Είχε μια απίστευτη εσωτερική δύναμη και ήθελε να τη μεταδώσει και σε εμάς. Δεν μας έδωσε να καταλάβουμε πως θα ήταν το τελευταίο της. Φαινόταν καλά, ευδιάθετη και με χιούμορ. Μάλιστα έψαλε στο εκκλησάκι τους ύμνους της Μεγάλης Εβδομάδας, κάναμε την περιφορά του Επιταφίου. Ηταν τόσο χαρούμενη που έζησε εκείνες τις στιγμές του Πάσχα, που όταν μετά μιλούσαμε στο τηλέφωνο έλεγε και ξαναέλεγε για το πόσο ευχάριστα είχε περάσει μαζί με όλη την οικογένεια».

Οι τελευταίες συγκλονιστικές επιθυμίες της

Λίγες μέρες πριν φύγει από τη ζωή η Βίκυ ζήτησε από τις πολυαγαπημένες της κόρες να διώξουν από το δωμάτιο τους πάντες και να μείνουν μόνες.

Η Ευαγγελία αφηγείται τη σκηνή με πολύ μεγάλη δυσκολία: «Ηξερε πλέον και η ίδια ότι βάδιζε προς το τέλος της. Θυμάμαι, κλαίγαμε εγώ και η αδερφή μου, αγκαλιασμένες. Μας λέει: «Κοιτάξτε, εγώ σε λίγο θα φύγω. Θέλω να είστε αγαπημένες και να δίνετε ελεημοσύνη στον κόσμο». Μας ρώτησε τι θα κάνουμε με το σπίτι της Πάρνηθας και της είπαμε ότι πρέπει να το πουλήσουμε. «Ναι παιδιά μου, να το πουλήσετε. Μη σας φάει αυτό το σπίτι», ήταν η απάντηση της. Επειτα μας είπε πώς ήθελε να γίνει η κηδεία της. Μας ζήτησε συγκεκριμένο νεκροθάφτη που τον γνώριζε, μας ζήτησε συγκεκριμένο ξύλο για την κάσα της και μας είπε ότι δεν ήθελε ν’ ακουμπήσει κανένας λουλούδια πάνω στο φέρετρο. Το μόνο που ήθελε ήταν ένας σταυρός από λευκά τριαντάφυλλα που θα έγραφε πάνω «Οι κόρες σου, τα εγγόνια σου».

Επίσης, ήταν επιθυμία να μην ανοιχτεί το φέρετρο, γιατί ήθελε ο κόσμος να τη θυμάται όπως όταν ήταν στις δόξες της. Μας ζήτησε να την θάψουμε στο Α΄ Νεκροταφείο με όλες τις τιμές, να την ακολουθούν μπουζουκάκια στο δρόμο για την τελευταία της κατοικία και πριν γίνει η νεκρώσιμος ακολουθία να την πάμε στο μοναστηράκι, στα Μέγαρα, για να τη διαβάσει και η γιαγιά Ελισάβετ, η οποία ήταν ηγουμένη εδώ. Εγώ και η αδερφή μου βέβαια κλαίγαμε συνεχώς και δεν μπορούσαμε να αντιληφθούμε από πού αντλούσε όλη αυτή την δύναμη. Κι εκείνη μας είχε αγκαλιά και προσπαθούσε να μας ηρεμήσει λέγοντας: «Μην κλαίτε. Τώρα είναι όλα καλά. Μετά θα έρθουν τα δύσκολα που πρέπει να αντιμετωπίσετε». Με την αδερφή μου εκπληρώσαμε όλα όσα μας ζήτησε.

 
espresso